Η πρώτη σύγχρονη δικαστική «σεισάχθεια» οφειλέτη... 
 Η πρώτη σύγχρονη δικαστική «σεισάχθεια» οφειλέτη, που έκανε χρήση του νόμου Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και νίκησε το πανίσχυρο τραπεζικό σύστημα, είναι γεγονός, ανοίγοντας τον δρόμο για διαγραφές οφειλών χιλιάδων πολιτών, που βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία και έχουν προσφύγει στα δικαστήρια. Με μια απόφαση-σταθμό του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία αναμένεται ότι θα αποτελέσει «οδηγό» για χιλιάδες ακόμη υποθέσεις οφειλετών που έχουν πάρει τον δρόμο για τις δικαστικές αίθουσες, το δικαστήριο δικαίωσε ηλικιωμένο συνταξιούχο και όχι μόνο δέχτηκε ότι βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εξοφλήσει τις οφειλές του, αλλά υποχρέωσε τις τράπεζες να διαγράψουν δάνεια σημερινού ύψους 200.000 ευρώ (από ένα σύνολο οφειλών 222.200 ευρώ) και να ικανοποιηθούν με την αποπληρωμή 52.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους, σε βάθος 14 ετών!
Ο ηλικιωμένος δανειολήπτης, που είχε φτάσει να πληρώνει περίπου 2.000 ευρώ τον μήνα για να εξυπηρετεί τα δάνειά του σε 9 τράπεζες, θα δίνει πλέον μόλις 310 ευρώ κάθε μήνα για 14 χρόνια, με την καταβολή τους να ξεκινά το 2014.
Τα πρώτα 4 χρόνια οι δόσεις θα είναι άτοκες, ενώ τα υπόλοιπα δέκα θα τοκίζονται με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου, όπως αυτό προκύπτει από το δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Εχει σύνταξη 1.560 ευρώ
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο συγκεκριμένος οφειλέτης δικαιώθηκε πανηγυρικά, παρ' ότι θεωρείται ότι έχει υψηλές αποδοχές, καθώς λαμβάνει σύνταξη 1.560 ευρώ μηνιαίως. Δεδομένου, όμως, ότι έχει εκχωρήσει 750 ευρώ τον μήνα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσω δανειακής σύμβασης, και του απομένουν περίπου 810 ευρώ για να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες και παράλληλα να αποπληρώνει τις οφειλές του, έκρινε ότι η δόση του δεν πρέπει να ξεπερνά τα 310 ευρώ, ώστε να του μένουν άλλα 500 ευρώ.
Η απόφαση του Ειρηνοδικείου εκδόθηκε στις 28 Ιουνίου 2011 και αποτελεί στην ουσία την πρώτη με την οποία απορρίφθηκαν όλες οι ενστάσεις των αντίδικων τραπεζών, οι οποίες αφού αρνήθηκαν να συμφωνήσουν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, στη συνέχεια έκαναν ό,τι μπορούσαν στο δικαστήριο ώστε να μη δικαιωθεί ο οφειλέτης.
Επιχείρησαν ανεπιτυχώς να βγάλουν σε πλειστηριασμό το σπίτι του (πρώτη κατοικία 73 τ.μ. και αξίας 124.000 ευρώ), υποστηρίζοντας ότι η αίτηση εξαίρεσης από την εκποίηση δεν έγινε νόμιμα. Με τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου, που απαγορεύει τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας αξίας μικρότερης των 200.000 ευρώ, ο συνταξιούχος έσωσε το σπίτι του.
Οι τραπεζικοί ισχυρισμοί
Ισχυρίστηκαν ότι η αίτηση δικαστικού συμβιβασμού δεν ήταν παραδεκτή και νόμιμη, επειδή ο οφειλέτης δεν τους επέδωσε στοιχεία για την περιουσιακή του κατάσταση και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό τους, καθώς οι τράπεζες είχαν σχετική ενημέρωση ήδη από το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού.
Επιπλέον, το δικαστήριο έκρινε ότι στον νόμο δεν προβλέπεται ελάχιστο περιεχόμενο σχεδίου διευθέτησης και οι δόσεις μπορούν να καθοριστούν ελεύθερα από τον οφειλέτη, ενώ θεωρεί παραδεκτό και σχέδιο με μηδενικό περιεχόμενο.
Τρεις τράπεζες, μάλιστα, αμφισβήτησαν ακόμη και την εντιμότητα του οφειλέτη, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποίησε δόλο για να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής επειδή... απέκρυπτε την πραγματική οικονομική του κατάσταση για να λάβει δάνεια.
Οι τράπεζες πάντως δεν έχουν εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που τους παρέχει ο Νόμος και θεωρείται βέβαιο ότι θα προσφύγουν σε δεύτερο βαθμό ώστε η υπόθεση να εξεταστεί από την αρχή.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο του οφειλέτη Δημήτρη Λυρίτση, με τον οποίο επικοινώνησε η «Ε», «πρόκειται για μια μνημειώδη απόφαση-ράπισμα για τις τράπεζες και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει προηγούμενη νομολογιακή εμπειρία, θα αποτελέσει οδηγό για την περαιτέρω εφαρμογή του νόμου, καθώς επιλύει σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα».
* Η απόφαση: «Από τις μηνιαίες καταβολές του αιτούντος για μια τετραετία θα καλυφθεί μόνο μέρος των οφειλών του και ειδικότερα 14.880 ευρώ, επί συνόλου οφειλών 222.220,86 ευρώ, δηλαδή απομένει υπόλοιπο 207.340,86 ευρώ. Η ικανοποίηση των υπόλοιπων απαιτήσεων των πιστωτών με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της πρώτης κατοικίας, που, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να ανέλθει μέχρι το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, δηλαδή μέχρι 105.400 ευρώ, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 37.200 ευρώ, αφού λήφθηκαν υπόψη η ηλικία του αιτούντος, η τωρινή οικονομική του κατάσταση και η μη προοπτική βελτίωσή της».